ευρόνοτος

ευρόνοτος
ο южный сирокко

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ευρόνοτος" в других словарях:

  • εὐρόνοτος — a wind between masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρόνοτος — ο (ΑΜ εὐρόνοτος, ὁ, ἡ) νότιος νοτιοανατολικός άνεμος, όστρια σιρόκος. [ΕΤΥΜΟΛ. < Εύρος (ο) + νότος] …   Dictionary of Greek

  • εὐρονότῳ — εὐρόνοτος a wind between masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρόνοτοι — εὐρόνοτος a wind between masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρόνοτον — εὐρόνοτος a wind between masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • DODECAGONUM — figuram XII. Vertorum complectens ad exemplum Octagoni. ab Andronico editi, exhibetur a Salmas. ad Solin. p. 1252. Post priscam enim primamqueve rationem, quae ventorum quaternionem ponebat et antiquissimorum fuit temporum, sequenti aetate duae… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Φοίνικας — I Παράλιος οικισμός (566 κάτ., υψόμ. 10 μ.) στην πρώην επαρχία Σύρου του νομού Κυκλάδων. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (7 τ. χλμ.). Ο παράλιος οικισμός Φοίνικας στη Σύρο. II (Αστρον.). Μικρός αστερισμός στο νότιο ημισφαίριο. Τα λαμπρότερα άστρα… …   Dictionary of Greek

  • νότος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος της Ηώς και του Αστραίου και η προσωποποίηση του νότιου ανέμου, που είναι θερμός και γεμάτος υγρασία. Σε αντίθεση με τους αδελφούς του Βορέα και Ζέφυρο, δεν αναφέρεται σε κανέναν μύθο της εποχής. II Παράλιος… …   Dictionary of Greek

  • οστριασιρόκος — και οστριασορόκος, ο ο νοτιοανατολικός άνεμος, ο ευρόνοτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < όστρια + σιρόκος / σορόκος] …   Dictionary of Greek

  • φοινικιάς — ὁ, Α (ενν. ἄνεμος) ο ευρόνοτος, νοτιοανατολικός άνεμος που πνέει από την περιοχή τής Φοινίκης. [ΕΤΥΜΟΛ. < Φοῖνιξ, οίνικος + κατάλ. ίας*] …   Dictionary of Greek

  • ԵՒՐՈՆՈՏՈՍ — ( ) NBH 1 0705 Chronological Sequence: 6c գ. Բառ յն. էւրօ՛նօդօս. εὑρόνοτος Հողմ ձմերային շնչեալ յարեւելից հարաւոյ. Արիստ. աշխ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»